Πολεμική Δράση 181 ΜΠΠ

Η 181 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού συγκροτήθηκε την 2α Ιουλίου 1964 και ήταν η πρώτη Μοίρα Πυροβολικού της Εθνικής Φρουράς.

Τους πρώτους μήνες μετά τη συγκρότηση της έδρευε στη περιοχή Αθαλάσσας στο χώρο της Διοίκησης Πυροβολικού ΓΕΕΦ και ακολούθως μετακινήθηκε στη μόνιμη έδρα της στο Στρατόπεδο ¨ Γιαννή Στυλλή ¨ στο χωριό Τρίκωμο της επαρχίας Αμμοχώστου.

Στη Μοίρα διατέθηκαν τότε δώδεκα πυροβόλα 25 λιβρών Αγγλικής προελεύσεως, ενταγμένα σε τρεις πυροβολαρχίες των τεσσάρων πυροβόλων η κάθε μια και τέσσερα αντιαεροπορικά πυροβόλα των 0,50 της ίντσας καθώς και δύο αντιαεροπορικά πυροβόλα των 14,5 χιλιοστών για την εγγύς αντιαεροπορική της άμυνα.

Το Σεπτέμβριο του 1973 τη Διοίκηση της Μοίρας ανέλαβε ο Αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού Καλμπουρτζής Στυλιανός. Πρώτο μέλημα του νέου Διοικητή ήταν η αύξηση της πολεμικής ικανότητας της Μοίρας, η εμπέδωση της πειθαρχίας του προσωπικού, καθώς και η καλυτέρευση των συνθηκών διαβίωσης των οπλιτών.
Υποδιοικητής τότε της Μοίρας ήταν ο Λοχαγός Πυροβολικού Λαλιώτης Σπυρίδων.

Μέχρι το καλοκαίρι του 1974 η Μοίρα είχε φθάσει σε ψηλά επίπεδα οργάνωσης και πολεμικής ικανότητας, και ήταν πασιφανές ότι θα μπορούσε να εκτελέσει με επιτυχία οποιαδήποτε πολεμική αποστολή θα μπορούσε να της ανατεθεί.

Με βάση τον τότε σχεδιασμό του ΓΕΕΦ, για την Άμυνα της Κύπρου, η 181 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού, αναλάμβανε αποστολή άμεσης υποστήριξης της Ι ΑΤΔ Αμμοχώστου με χώρο ευθύνης τη περιοχή της επαρχίας Αμμοχώστου. Ο σχεδιασμός αυτός ενεργοποιούταν σε περίπτωση αποβατικής ενέργειας της Τουρκίας στη περιοχή του κόλπου Αμμοχώστου. Χώροι τάξεως της Μοίρας είχαν καθοριστεί στις περιοχές, Έγκωμης, Αχερίτου και Στύλλων.

Σε περίπτωση εκδήλωσης Τουρκικής αποβατικής ενέργειας στις βόρειες ακτές της Κύπρου, η Μοίρα αναλάμβανε αποστολή άμεσης υποστήριξης της ΙΙΙ ΑΤΔ στη Κερύνεια, και αποστολή ενίσχυσης της 182 Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού που θα επιχειρούσε στις περιοχής βορείως του Πενταδάκτυλου. Σαν χώρος τάξεως της Μοίρας είχε καθοριστεί η περιοχή του χωριού Βουνό.

Με την εκδήλωση του πραξικοπήματος κατά της νόμιμης κυβέρνησης του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, την 15η Ιουλίου 1974, η Μοίρα παρέμεινε στο στρατόπεδο της, χωρίς να έχει ιδιαίτερη εμπλοκή στις επιχειρήσεις. Ο Διοικητής της Μοίρας Αντισυνταγματάρχης Καλμπουρτζής Στυλιανός, απαγόρευσε τις εξόδους των στρατιωτών προς αποφυγή εμπλοκής τους σε επεισόδια αντεκδικήσεων και προς το σκοπό αυτό ενεργοποίησε περίπολα περιμετρικά του Στρατοπέδου αλλά και εντός του Τρικώμου. Γενικά θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, ότι η Μοίρα όπως σχεδόν και όλες οι Μοίρες Πυροβολικού δεν είχε εμπλοκή στο Πραξικόπημα.

Την 18η Ιουλίου 1974, κατόπιν τηλεφωνικής εντολής, ο Διοικητής της Μοίρας μετέβη στη Διοίκηση Πυροβολικού στην Αθαλάσσα για ενημέρωση για τη δημιουργηθείσα κατάσταση αλλά και τη λήψη διαταγών ενόψει της πιθανότητας εκδήλωσης Τουρκικής Εισβολής. Μετά από τρίωρη παραμονή ο Διοικητής αναχώρησε για την έδρα της Μοίρας. Κατά την επιστροφή του δίδει εντολή στον οδηγό του για διέλευση από την Αρχιεπισκοπή για να σχηματίσει μία προσωπική εκτίμηση για τις καταστροφές του πραξικοπήματος. Εκεί, βλέποντας τη λεηλασία του κτιρίου της Αρχιεπισκοπής διατάζει τον οδηγό του για άμεση αναχώρηση για το Τρίκωμο. Φθάνοντας στο στρατόπεδο αναφέρει στους αξιωματικούς της Μοίρας, το τι αντίκρισε στην Αρχιεπισκοπή και τους λέει επί λέξει ότι « δεν μπορούσε να πιστέψει ότι Έλληνες ήταν αυτοί που έκαναν αυτές τις επαίσχυντες πράξεις ».

Οι επόμενες ώρες ήταν δραματικές τόσο για τη Μοίρα όσο και για τον ίδιο το Διοικητή Αντισυνταγματάρχη Καλμπουρτζή. Η κίνηση του Τουρκικού στόλου σε δύο άξονες, με παράλληλη παραπλανητική κίνηση προς το Ακρωτήριο Αποστόλου Ανδρέα, δημιούργησε μία αβεβαιότητα, όσο αφορούσε τη τελική αποστολή της σε περίπτωση σύρραξης. Η αποστολή της όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, θα μπορούσε να ήταν η ενίσχυση της άμυνας στις Ανατολικές ακτές της Κύπρου ή στις βόρειες ακτές με διαφορετικούς χώρους τάξεως στη κάθε περίπτωση. Στη δεύτερη περίπτωση λόγω του απομακρυσμένου και αγνώστου της περιοχής από το προσωπικό οι κίνδυνοι ήταν πολλαπλάσιοι, τόσο κατά τη κίνηση όσο και κατά την εκτέλεση των βολών.

Η 19η Ιουλίου 1974, βρίσκει το Διοικητή και τους αξιωματικούς της Μοίρας να εκτελούν διακριτικά προπαρασκευαστικές εργασίες, αναμένοντας την ενεργοποίηση των σχεδίων άμυνας. Από το απόγευμα της 19ης Ιουλίου, ενεργοποιείται, το σχέδιο μερικής επιστράτευσης και στο στρατόπεδο παρουσιάζονται γύρω στους 50 εφέδρους κρίσιμων ειδικοτήτων. Με τη συμπλήρωση της προσέλευσης των εφέδρων γύρω στα μεσάνυκτα, διατάσσεται από το Διοικητή η φόρτωση των πυρομαχικών και των υλικών, και οι πυροβολαρχίες οργανώνονται σε φάλαγγες εντός του στρατοπέδου με άμεση ετοιμότητα αναχώρησης. Ενεργοποιείται επίσης το σχέδιο αντιαεροπορικής άμυνας της Μοίρας.

Περί την 06:00 της 20ης Ιουλίου 1974, ελήφθη τηλεφωνικά από τη Διοίκηση Πυροβολικού διαταγή για την αναχώρηση της Μοίρας και ενεργοποίηση των σχεδίων με αποστολή της Μοίρας την άμεση υποστήριξη της ΙΙΙ ΑΤΔ στη περιοχή Κερύνειας. Η διαταγή καθόριζε επίσης τη προώθηση της ΓΆ Πυροβολαρχίας της Μοίρας, υπό τον Υπολοχαγό Πυροβολικού Κούκουρα Δημήτριο, στη περιοχή του χωριού Στύλλοι με αποστολή άμεσης υποστήριξης της Ι ΑΤΔ στις πολεμικές επιχειρήσεις στη περιοχή Αμμοχώστου. Η ΓΆ Πυροβολαρχία αναχώρησε προς το χώρο τάξεως της περί τη 07:00 και κινούμενη μέσω του νέου δρόμου Λευκωσίας Αμμοχώστου προσέγγισε το χώρο γύρω στις 07:30.

Η Μοίρα ( πλην της ΓΆ Πυροβολαρχίας ) αναχώρησε, από το Τρίκωμο γύρω στις 07:30, με προορισμό το χώρο τάξεως Π112 στη περιοχή Ασιεντρούσα μεταξύ των χωριών Συγχαρί και Μπέλλα Παΐς κινούμενη μέσω του νέου δρόμου Λευκωσίας Αμμοχώστου. Κατά τη διαδρομή κυρίως μεταξύ Τρικώμου και Αμμοχώστου στη Μοίρα εντάχτηκε αριθμός εφέδρων. Αξίζει να σημειωθεί ότι μία ώρα μετά την αναχώρηση της Μοίρας το στρατόπεδο της υπέστη σφοδρό βομβαρδισμό από τη Τουρκική αεροπορία.

Στη συνέχεια, η Μοίρα ( πλην της ΓΆ Πυροβολαρχίας ) συνεχίζει το δρομολόγιο της προς τη καθορισθείσα θέση. Μια ώρα μετά την αναχώρηση της και όταν η φάλαγγα βρισκόταν στο ύψος του χωριού Αγκαστίνα, παρατηρήθηκαν κοντά στο δρόμο πυρκαγιές οι οποίες κατά πάσα πιθανότητα είχαν τεθεί από Τουρκοκύπριους των γύρω χωριών για τη επιβράδυνση της κίνησης των Μονάδων της Εθνικής Φρουράς προς τη περιοχή της αποβάσεως. Μετά από διαταγή του Διοικητή η φάλαγγα ακινητοποιήθηκε και εκτελέστηκαν αναγνωρίσεις προς τις περιοχές των πυρκαγιών κυρίως για την διερεύνηση της περίπτωσης της ύπαρξης ενεδρών.

Μετά την επιβεβαίωση της μη ύπαρξης ενεδρών, η φάλαγγα κινήθηκε και πάλι και μέσω του δρόμου παρά τη Μια Μηλιά, κατευθύνθηκε προς το χωριό Συγχαρί.
Με τη άφιξη της φάλαγγας στο χωριό Συγχαρί, ο Διοικητής της Μοίρας κατευθύνθηκε προς το σταθμό Διοικήσεως του 361 Τάγματος Πεζικού και ενημερώθηκε για τη πολεμική κατάσταση καθώς και για τις εχθρικές ενέργειες από το Διοικητή του τάγματος Αντισυνταγματάρχη Χάντζο Δημήτριο. Ακολούθως, μέσω της χωμάτινης οδού προς Μπέλλα Παΐς αναχώρησε για τη τελική της θέση στη περιοχή Ασιεντρούσα.

Περί τις 10:30, και ενώ η φάλαγγα, βρισκόταν έξω από το χωριό Συγχαρί, προσβλήθηκε από δύο Τουρκικά αεροπλάνα με αποτέλεσμα το θάνατο δύο υπαξιωματικών, του Λοχία Αναστασίου Αναστάσιου, και του Δεκανέα Γιαννή Στυλλή γιου του εκ Τρικώμου Ήρωα της ΕΟΚΑ Γιαννή Στυλλή του οποίου το όνομα έφερε Τιμής Ένεκεν το Στρατόπεδο της Μοίρας στο Τρίκωμο. Από τις ρουκέτες και το μυδραλιοβολισμό των Τουρκικών αεροσκαφών καταστράφηκαν δύο οχήματα γενικής χρήσης, ένα τετράδυμο Αντιαεροπορικό όπλο 0,50 χιλιοστών και τα δύο ελαστικά ενός πυροβόλου 25 Λιβρών.

Μετά τη περισυλλογή των νεκρών και την αποστολή τους με αυτοκίνητο LAND ROVER στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και αφού απομακρύνθηκε από το δρόμο το καταστραμμένο όχημα, η Μοίρα αναχώρησε για το χώρο τάξεως της.

Τις πρώτες απογευματινές ώρες της 20ης Ιουλίου 1974, η Μοίρα εισήλθε στο χώρο τάξεως της και περί της 15:00 ανέφερε στη Διοίκηση Πυροβολικού ΓΕΕΦ, ετοιμότητα για εκτέλεση βολών.

Χρέη αξιωματικού επιχειρήσεων εκτελούσε ο Υποδιοικητής της Μοίρας Λοχαγός Λαλιώτης Σπυρίδων. Χρέη Διοικητή Πυροβολαρχίας για την ΑΆ Πυροβολαρχία εκτελούσε ο Υπολοχαγός Ζαφείρης Αριστείδης και για τη ΒΆ Πυροβολαρχία ο Ανθυπολοχαγός Παπαμιχαλόπουλος Τάκης ο οποίος αντικαθιστούσε τον αγνοούμενο σήμερα Ανθυπολοχαγό Γεωργίου Ιωάννη ο οποίος εκτελούσε χρέη Προκεχωρημένου Αξιωματικού Παρατηρητή.

Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, το πρωί της 22ας Ιουλίου η Μοίρα παρέλαβε πυρομαχικά από χώρο στη περιοχή Μπέλλα Παΐς και τροφοδοσία από τη περιοχή Συγχαρί. Η υδροδοσία της Μοίρας προβλεπόταν να γίνει από πηγάδι 300 μέτρα βόρεια του χώρου τάξεως αλλά λόγω ακαταλληλότητας του νερού αυτή έγινε από το Μπέλλα Παΐς.

Από τις 16:00 της 20ης Ιουλίου μέχρι τις 16:00 της 22ας Ιουλίου 1974, όταν συμφωνήθηκε η κατάπαυση του πυρός η Μοίρα εκτέλεσε συνεχείς βολές κατά των εχθρικών θέσεων στις περιοχές Αγίου Ιλαρίωνα, Αλωνάγρας, Άσπρης Μούττης και Αγύρτας προκαλώντας στις Τουρκικές δυνάμεις συντριπτικά πλήγματα. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά Τουρκοκύπριου καταδρομέα σε συνέντευξη του στη Τουρκοκυπριακή εφημερίδα ΚΙΠΡΙΣ στις 31/1/1992:
« Οι θέσεις μας υποβλήθηκαν σε έντονο βομβαρδισμό πυροβολικού στις 20-22 Ιουλίου και οι θέσεις μας εξαφανίζονταν η μια μετά την άλλη. Με κάθε πυροβολισμό που ρίχναμε, έπεφτε σε εμάς μία βόμβα. Εν τω μεταξύ είδα τα σώματα μερικών από τους στενότερους φίλους μου να διαμελίζονται από τις βόμβες. Καλύφθηκα σε ένα όρυγμα. Ευχόμουν να ξημερώσει νωρίτερα να δω τι γίνεται γύρω μου. Όταν ξημέρωσε, η εικόνα που είδα ήταν φρικιαστική. Ήταν μια κατάσταση που δεν θα ξεχάσω στη ζωή μου. Τα κομμάτια των διαμελισμένων σωμάτων των συνάδελφων και των φιλών μου ήταν διασκορπισμένα παντού από τις εκρήξεις. Σε δέκα μέτρα απόσταση βρέθηκα αντιμέτωπος με τα πτώματα των Τούρκων που έγερναν το ένα πάνω στο άλλο…».
Αξιοσημείωτο γεγονός ήταν η συνεχής μετακίνηση του Διοικητή της Μοίρας Αντισυνταγματάρχη Καλμπουρτζή μεταξύ υψώματος από το οποίο έδιδε αποστολές βολής και του χώρου τάξεως των πυροβόλων για έλεγχο των βολών και των στοιχείων του Κέντρου Διευθύνσεως Πυρός.

Το πρωί της 21ης Ιουλίου 1974 τέθηκε υπό Διοίκηση της Μοίρας η 191 Πυροβολαρχία Ορεινού Πυροβολικού με Διοικητή το Υπολοχαγό Πυροβολικού Σαββόπουλο Παύλο, η οποία τάχθηκε στο βόρειο όριο του χώρου τάξεως της Μοίρας.

Στις 16:00 της 22ας Ιουλίου 1974, η Μοίρα έλαβε διαταγή κατάπαυσης του πυρός από τη Διοίκηση Πυροβολικού. Λίγο μετά την υλοποίηση της κατάπαυσης του πυρός και μετά από συνεχείς βολές όλμων εκ μέρους των Τούρκων παρατηρήθηκε σύμπτυξη του 399 Τάγματος Πεζικού και της 32 Μοίρας Καταδρομών μονάδες οι οποίες μάχονταν στις περιοχές Αλωνάγρας και Άσπρης Μούττης και υποχώρηση τους προς της έδρα του 361 Τάγματος Πεζικού στο Συγχαρί. Αποτέλεσμα της εγκατάλειψης των θέσεων των δύο αυτών Μονάδων ήταν η άμεση κατάληψη των θέσεων αυτών από τις Τούρκικες Δυνάμεις με συνέπεια η Μοίρα και η Πυροβολαρχία να παραμείνουν ακάλυπτες προ των εχθρικών δυνάμεων.

Ο Διοικητής της Μοίρας προσπάθησε τότε ανεπιτυχώς να έρθει σε επαφή μέσω ασυρμάτου με τη Διοίκηση Πυροβολικού από το Σταθμό Διοικήσεως της Μοίρας για να αναφέρει τη δυσχερή κατάσταση που βρισκόταν η Μοίρα και να ζητήσει διαταγές για τις παραπέρα ενέργειες του. Όταν δεν κατόρθωσε να επικοινωνήσει με τη Διοίκηση Πυροβολικού, μετακινήθηκε προς το Αντιαεροπορικό στοιχείο της Μοίρας που βρισκόταν ταγμένο μεταξύ του χώρου τάξεως της Μοίρας και του χωριού Συγχαρί. Φτάνοντας στο χώρο του Αντιαεροπορικού διαπίστωσε ότι δέκα από τους δώδεκα άνδρες που επάνδρωναν το στοιχείο είχαν εγκαταλείψει το στοιχείο και είχαν φύγει με κατεύθυνση τον Κουτσοβέντη και τον Άγιο Χρυσόστομο.

Αφού δοκίμασε ανεπιτυχώς να επικοινωνήσει με τη Διοίκηση Πυροβολικού με τον ασύρματο που διέθετε το στοιχείο, διέταξε τη μετακίνηση του Αντιαεροπορικού προς το χώρο τάξεως της Μοίρας. Ακολούθως ο ίδιος κινήθηκε προς το στρατόπεδο του 361 Τάγματος Πεζικού στο χωριό Συγχαρί. Από εκεί κατάφερε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τη Διοίκηση Πυροβολικού στην Αθαλάσσα και ανέφερε στο Διοικητή Πυροβολικού Συνταγματάρχη Πούλλο Γεώργιο τη δυσχερή θέση την οποία βρισκόταν η Μοίρα, μετά τη σύμπτυξη του 399 Τάγματος Πεζικού και της 32 Μοίρας Καταδρομών εφόσον αυτή βρισκόταν πλέον ακάλυπτη προ των Τουρκικών στρατευμάτων. Εξέφρασε δε προς αυτόν την εκτίμηση ότι ήταν θέμα ωρών η περικύκλωση και η εξουδετέρωση της Μοίρας. Ανέφερε επίσης σε αυτόν και τη κατάληψη θέσεων από τους Τούρκους στα γύρω υψώματα, ζήτησε δε από αυτόν την έγκριση του για την άμεση μετακίνηση της Μοίρας σε ασφαλέστερη θέση. Η απάντηση του Διοικητή Πυροβολικού ήταν όπως η Μοίρα παραμείνει στις θέσεις της και ότι οι κινούμενες δυνάμεις στα απέναντι υψώματα ήταν φίλια τμήματα που υποχωρούσαν. Η πρώτη ευκαιρία για τη μετακίνηση και τη σωτηρία της Μοίρας είχε τότε χαθεί.

Το πρωί της 23ης Ιουλίου 1974 συνεχιζόταν η κινητοποίηση των Τούρκων από τη περιοχή της Αλωνάγρας και η κατάληψη θέσεων εγγύτερα της Μοίρας. Παρατηρήθηκε επίσης μεταφορά πολυβόλων και όλμων στα γύρω υψώματα.

Περί την 09:30 της 23ης Ιουλίου, επισκέφθηκε το Σταθμό Διοικήσεως της Μοίρας ο Διοικητής Πυροβολικού Συνταγματάρχης Πούλλος Γεώργιος ο οποίος ενημερώθηκε από το Διοικητή της Μοίρας και τους αξιωματικούς για τη τραγική κατάσταση που βρισκόταν η Μοίρα. Ο Διοικητής Πυροβολικού διέταξε τότε τη παραμονή της Μοίρα στη περιοχή και τη πάση θυσία διατήρηση των θέσεων της, λέγοντας χαρακτηριστικά :
« Ντροπή σΆ αυτούς που έχουν φύγει. Εσείς θα μείνετε εις τις θέσεις σας μέχρι ενός. Δεν θα περάσει ουδείς Τούρκος απΆ εδώ και κάτω. Οι Τούρκοι προσπαθούν να καταλάβουν όσο το δυνατό περισσότερα εδάφη διότι θα έλθουν τα Ηνωμένα έθνη για να καθορίσουν τη γραμμή μεταξύ των Τούρκων και των Ελλήνων », έκανε δε αναφορά στους Πυροβολητές του Λοχαγού Κοσκινά οι οποίοι έπεσαν όλοι μαχόμενοι πολεμώντας ενάντια στο τούρκικο πεζικό στη Πτολεμαΐδα το 1912. Παρόντες στη συζήτηση αυτή ήταν και οι Υπολοχαγοί πεζικού Κομίνης Νικηφόρος του 361 Τάγματος Πεζικού και Αργυρόπουλος Κωνσταντίνος του διαλυθέντος Λόχου Βαρέων Όπλων επικεφαλής μικρού αριθμού καταδρομέων τους οποίους είχε περισυλλέξει στη περιοχή Μπέλλα Παΐς. Και οι δύο αξιωματικοί ανέφεραν στο Συνταγματάρχη Πούλλο ότι η παραμονή της Μοίρας στη περιοχή θα οδηγούσε στη καταστροφή της. Την ίδια περίπου ώρα επισκέφθηκε το Σταθμό Διοικήσεως της Μοίρας, η σύζυγος του Διοικητή κυρία Ελπίδα Καλμπουρτζή η οποία παρακάλεσε το Συνταγματάρχη Πούλλο να διατάξει τη σύμπτυξη της Μοίρας. Μετά την αποχώρηση της από τη περιοχή η κυρία Καλμπουρτζή πέρασε από την έδρα του 361 Τάγματος πεζικού, όπου συνάντησε το Διοικητή του Τάγματος στον οποίο ανέφερε ότι μόλις συνάντησε τον σύζυγο της αλλά πίστευε ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπε. Η τελευταία ευκαιρία για τη μετακίνηση και τη σωτηρία της Μοίρας είχε τότε χαθεί.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της παρουσίας του Συνταγματάρχη Πούλλου στη περιοχή, δύο Τούρκικα αεροσκάφη πραγματοποίησαν αναγνωριστική πτήση και βύθιση στη περιοχή του Σταθμού Διοικήσεως της Μοίρας με αποτέλεσμα ο επικεφαλής ενός αντιαεροπορικού στοιχείου να εκτελέσει βολή κατά των αεροσκαφών. Ο Συνταγματάρχης Πούλλος απαγόρευσε την προσβολή των αεροσκαφών τη στιγμή εκείνη όσο και στο μέλλον εφόσον υφίστατο η κατάπαυση του πυρός.

Μετά την αναχώρηση του Συνταγματάρχη Πούλλου από τη περιοχή και περί τις 12:00 αναφέρθηκε από τους Υπολοχαγούς Ζαφείρη και Σαββόπουλο ότι μπροστά από τη Μοίρα σε απόσταση δύο περίπου χιλιομέτρων κινούντο Τούρκικα τμήματα και ζήτησαν την εκτέλεση άμεσων βολών. Λόγω όμως της κατάπαυσης του πυρός, ο Διοικητής της Μοίρας, ζήτησε από τη Διοίκηση Πυροβολικού την έγκριση της εκτέλεσης των αμέσων βολών. Ο Διοικητής Πυροβολικού όμως απαγόρευσε για ακόμα μια φορά τη προσβολή των Τουρκικών τμημάτων λέγοντας ξανά ότι επρόκειτο για φίλια τμήματα.

Η πληροφορία ότι οι κινούμενες προς τη περιοχή δυνάμεις ήταν Τούρκικες επιβεβαιώθηκε από περίπολο που ο Διοικητής της Μοίρας απέστειλε για αναγνώριση στα απέναντι υψώματα. Το περίπολο αποτελούσαν Ελλαδίτης λοχίας της Μοίρας και Καταδρομείς της 32ας Μοίρας Καταδρομών οι οποίοι καθοδόν προς το στρατόπεδο τους είχαν διανυχτερεύσει τη προηγούμενη νύκτα στο χώρο της Μοίρας.
Τότε ο Διοικητής διέταξε την εκτέλεση βολής με τα αντιαεροπορικά πολυβόλα της Μοίρας, όμως οι Τούρκοι δεν ανταπέδωσαν τα πυρά θέλοντας να μην αποκαλύψουν τις θέσεις και τις προθέσεις τους. Η εκτέλεση των βολών αναφέρθηκε μέσω ασυρμάτου στη Διοίκηση Πυροβολικού.

Μετά την επιστροφή του στη Λευκωσία ο Συνταγματάρχη Πούλλος κατέβαλε απεγνωσμένες προσπάθειες τόσο μέσω του Διευθυντή του 3ου Ε.Γ. Αντισυνταγματάρχη Ξάρχα τόσο και αυτοπροσώπως για να πεισθεί ο Αρχηγός ΓΕΕΦ να διατάξει την μετακίνηση της Μονάδας σε ασφαλέστερη θέση. Μετά από δίωρη προσπάθεια ο Συνταγματάρχης Πούλλος κατόρθωσε να κάμψει την άρνηση του Α/ΓΕΕΦ και να πάρει έγκριση για τη έκδοση διαταγής αναδίπλωσης της Μονάδας περί την 1:30 μετά μεσημβρινή.

Περί τις 14:00, και ενώ οι Τούρκοι ενίσχυαν τις θέσεις τους, και η Μοίρα είχε σχεδόν περικυκλωθεί, ελήφθη διαταγή από τη Διοίκηση Πυροβολικού όπως συμπτυχθεί προς τη πολεμική της θέση στη περιοχή του χωριού Βουνό, μέσω της χωμάτινης οδού προς τη Κλεπίνη. Το δρομολόγιο αυτό είχαν προτείνει προς το Διοικητή σαν οδό διαφυγής και οι Καταδρομείς της 32 Μοίρας Καταδρομών οι οποίοι γνώριζαν τη περιοχή λόγω της γειτνίασης της με τη περιοχή του στρατοπέδου τους. Η διαταγή προέβλεπε ταυτόχρονα τη σύμπτυξη της 191 Πυροβολαρχίας Ορεινού Πυροβολικού προς το στρατόπεδο της στο χωριό Συγχαρί.

Ο Διοικητής της Μοίρας μετά τη λήψη της διαταγής, διέταξε τον Υποδιοικητή και τους Διοικητές των πυροβολαρχιών όπως ετοιμάσουν τη Μοίρα για κίνηση προς τη νέα θέση τάξεως και ο ίδιος μετέβη για αναγνώριση του δρομολογίου προς Κλεπίνη. Κατά την αναγνώριση διαπίστωσε ότι το επιλεγέν δρομολόγιο ήταν αδιάβατο λόγω φυσικών εμποδίων αλλά και κορμών δένδρων τους οποίους κάποιοι απέκοψαν και τοποθέτησαν εντός του δρόμου.

Επιστρέφοντας στο χώρο της Μοίρας, διέταξε τη φάλαγγα η οποία είχε στο μεταξύ συγκροτηθεί να κινηθεί μέσω του δρομολογίου προς Συγχαρί, αναφέροντας το νέο δρομολόγιο στη Διοίκηση Πυροβολικού από την οποία πήρε την έγκριση για τη κίνηση. Ταυτόχρονα διέταξε τα αντιαεροπορικά στοιχεία να είναι σε ετοιμότητα για βολή εν κινήσει. Υπάρχει δε μαρτυρία ότι διέταξε όπως δύο πυροβόλα ( το ένα εκ των οποίων το έχον καταστραμμένα ελαστικά από τη επίθεση της Τουρκικής Αεροπορίας ) όπως παραμείνουν ταγμένα στο πίσω μέρος της φάλαγγας με δυνατότητα άμεσης βολής.

Ενώ η φάλαγγα της Μοίρας είχε εκκινήσει και περί την 17:00, προσβλήθηκε από καταιγιστικά πυρά ευθυτενούς τροχιάς και όλμους από ενεδρεύοντα Τουρκικά τμήματα που βρίσκονταν σε υψώματα πεντακόσια περίπου μέτρα από το δρόμο καθώς και ανατολικά της Αλωνάγρας και βόρεια του Συγχαρί.

Από τα πυρά των όλμων βλήθηκαν τα προπορευόμενα οχήματα, με αποτέλεσμα η φάλαγγα να ακινητοποιηθεί. Ο διοικητής της Μοίρας διέταξε τότε τη κάθοδο των αξιωματικών και των οπλιτών από τα οχήματα και τη λήψη θέσεων μάχης. Οι βολές των όλμων ήταν καταιγιστικές και προκαλούσαν μια κόλαση πυρός όταν εκρήγνονταν πάνω στα οχήματα, προκαλώντας εκρήξεις των πυρομαχικών που βρίσκονταν φορτωμένα. Ταυτόχρονα η φάλαγγα δεχόταν βολές από πολυβόλα με σφαίρες ντουμ-ντουμ. Τα αντιαεροπορικά όπλα απαντούσαν με καταιγιστικές βολές που απωθούσαν τους Τούρκους και απέτρεπαν την προσέγγιση τους προς τη φάλαγγα. Οι πυροβολητές της 181 Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού και της 191 Πυροβολαρχίας Ορεινού Πυροβολικού με επικεφαλής τον Διοικητή τους Αντισυνταγματάρχη Καλμπουρτζή Στυλιανό, διεξήγαγαν τότε ένα τιτάνιο αλλά άνισο αγώνα που διήρκησε δύο περίπου ώρες, αρνούμενοι να εγκαταλείψουν τα πυροβόλα τους και πολεμώντας με απαράμιλλο ηρωισμό και αυτοθυσία, πιστοί στο καθήκον μέχρι της τελευταίας τους πνοής.

Η μάχη είχε κριθεί όταν από βολές όλμων καταστράφηκαν τα τετράδυμα αντιαεροπορικά πολυβόλα της Μοίρας και φονεύθηκαν ή τραυματίστηκαν οι χειριστές τους. Μαρτυρίες αναφέρουν την υπεράνθρωπη προσπάθεια που κατέβαλε τις κρίσιμες εκείνες ώρες ο Διοικητής της Μοίρας Αντισυνταγματάρχης Καλμπουρτζής Στυλιανός εκθέτοντας τον εαυτό του σε θανάσιμο κίνδυνο βάλλοντας μόνος από προωθημένη θέση για να καλύψει την ασφαλή αποχώρηση των στρατιωτών του.

Κατά τη μάχη αυτή, πολλοί αξιωματικοί και οπλίτες φονεύθηκαν, άλλοι τραυματίστηκαν και πολλοί αγνοούνται μεταξύ των οποίων και ο Διοικητής της Μοίρας Αντισυνταγματάρχης Καλμπουρτζής Στυλιανός, ο οποίος επέδειξε τότε απόλυτη πίστη στον όρκο του Έλληνα αξιωματικού και στο προπατορικό όρκο « ου καταισχυνώ όπλα τα ιερά ».

Πολλοί αιχμαλωτίστηκαν και μεταφέρθηκαν στις Τουρκικές Φυλακές μεταξύ των οποίων και ο Υποδιοικητής Λοχαγός Λαλιώτης Σπυρίδων. Αριθμός αξιωματικών και οπλιτών που βρίσκονταν κυρίως στο πίσω μέρος της φάλαγγας κατάφεραν να διαφύγουν.

Κατά τη διάρκεια της μάχης και ενώ το αποτέλεσμα της είχε ήδη κριθεί, ελήφθη μέσω ασυρμάτου διαταγή από τη Διοίκηση Πυροβολικού για ανατίναξη των πυροβόλων και εγκατάλειψη της φάλαγγας. Ήταν όμως πολύ αργά. Η καταστροφή είχε σχεδόν συντελεστεί, και η τραγική μοίρα της Ηρωικής Μονάδας είχε ήδη γραφτεί.

Στην Ελληνική Ιστορία δεν υπάρχει παρόμοιο παράδειγμα αυτοθυσίας, όπου πυροβολητές, να δίνουν τη μάχη εναντίον τάγματος πεζικού και ειδικών δυνάμεων, να μην εγκαταλείπουν τα πυροβόλα τους και να προτιμούν να πεθάνουν πάνω σε αυτά, εκτός από τη πυροβολαρχία του Υπολοχαγού Κοσκινά στη μάχη της Πτολεμαΐδας το 1912.

Αυτοί οι Άνδρες αποτελούσαν την 181 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού οι οποίοι έδωσαν με τη θυσία του ένα λαμπρό παράδειγμα προς μίμηση στις επόμενες γενεές.

Όσο αφορά τη ΓΆ Πυροβολαρχία της Μοίρας υπό το Υπολοχαγό Κούκουρα Δημήτριο, αυτή εκτέλεσε βολές κατά του Τουρκοκυπριακού Θύλακα της εντός των τειχών Αμμοχώστου, από τη περιοχή Στύλλων συντείνοντας με τις βολές της στην εξουδετέρωση του θύλακα. Οι βολές της Πυροβολαρχίας ( μαζί με της 173 Μοίρα Αντιαρματικού Πυροβολικού και της 199 Πυροβολαρχία Πεδινού Πυροβολικού ) ανάγκασαν τους Τουρκοκύπριους υπερασπιστές του Θύλακα να ζητήσουν δύο φορές μέσω των Ηνωμένων Εθνών διαπραγμάτευση παράδοσης του Θύλακα.

Την 22α Ιουλίου μετακινήθηκε προς τη περιοχή Σίντας Λύσης και εκτέλεσε βολές κατά του Τουρκοκυπριακού χωριού Σίντα συντείνοντας στη κατάληψη του από την Εθνοφρουρά. Το απόγευμα της 22ας Ιουλίου επέστρεψε στους Στύλλους.

Την 29η Ιουλίου 1974 η Πυροβολαρχία μετακινήθηκε προς τη περιοχή Βώνης από όπου εκτέλεσε βολές επιβράδυνσης κατά των προελαύνοντων Τουρκικών Αρμάτων στη Μια Μηλιά τη 14η Αυγούστου 1974. Τη 15η Αυγούστου 1974, μετακινήθηκε προς Παλαίκυθρο και Τύμπου συνεχίζοντας να εκτελεί βολές επιβράδυνσης κατά των Τούρκικών Αρμάτων. Το απόγευμα της 15η Αυγούστου 1974 μετακινήθηκε προς τη περιοχή μεταξύ Πιροΐου Κόσιης εκτελώντας βολές ανάσχεσης, συμμετέχοντας στη Επική μάχη του Πιροΐου. Ακολούθως μετακινήθηκε προς τη περιοχή Αβδελλερού Αραδίππου παρά το χώρο τάξεως της 185 Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού. Από το χώρο αυτό εκτέλεσε βολές κατά των Τούρκων στις περιοχές Λύσης και Αθηένου. Το τέλος των εχθροπραξιών βρίσκει τη Πυροβολαρχία ταγμένη στη περιοχή Αραδίππου.

Την 22α Αυγούστου 1974 η Πυροβολαρχία μετακινείται προς τη περιοχή Νήσου όπου παραμένει μέχρι την ένταξη της στην 182 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού.

Αξιοσημείωτο γεγονός είναι ότι η Πυροβολαρχία παρΆ όλη τη συνεχή εμπλοκή της στις επιχειρήσεις δεν είχε ούτε μία απώλεια είτε σε προσωπικό είτε σε υλικό η δε συμβολή της στη αμυντική προσπάθεια της Εθνικής Φρουράς στο ανατολικό μέτωπο ήταν σημαντική.

Στις επιχειρήσεις για την απόκρουση της Τουρκικής Εισβολής η Μοίρα έχει δώσει τέσσερις ( 4 ) ηρωικά πεσόντες οπλίτες και τριανταεπτά ( 37 ) αγνοούμενους.

 Ηρωικά Πεσόντες :

· Λχιας ( ΠΒ ) Αναστασίου Αναστάσιος

· Δνεας ( ΠΒ ) Στυλιανού Ιωάννης

· Στρτης ( ΠΒ ) Ψαράς Νίκος

· Στρτης ( ΠΒ ) Παύλου Φλουρέντζος