Του Χάρη Φεραίου*
Το πιο κάτω άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Φιλελεύθερος την 23η Ιουλίου 2011.
Είκοσι τρεις του Ιούλιου μήνα το 1974 απόγευμα, την ώρα της μάχης στο Συγχαρί, λίγο πριν αρχίσει ως τελευταία πράξη της τραγωδίας η σφαγή, ένας στρατιώτης της 181 Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού, ταμπουρωμένος πίσω από το ανάχωμα του δρόμου, απευθύνθηκε στον έφεδρο αξιωματικό που ήταν κοντά, και του είπε με αγωνία: «Κύριε Ανθυπολοχαγέ, έπαθε εμπλοκή το Μαρτίνι»!
Ο έφεδρος αξιωματικός του απάντησε μηχανικά, «βγάλε τον κάλυκα από τη θαλάμη».
Ο στρατιώτης επανέλαβε το ίδιο για δεύτερη και τρίτη φορά, προσθέτοντας, «κύριε Ανθυπολοχαγέ δεν βγαίνει ο κάλυκας».
Κι ο έφεδρος αξιωματικός, που το μυαλό του εκείνη την ώρα άλλα βασανιστικά το σκίαζαν, ποιος αλήθεια φταίει που οδηγήθηκε η Μοίρα σ’ αυτή την απίστευτη παγίδα αισχύνης, οργισμένος φώναξε έξαλλος σχεδόν, «να τον βγάλεις μωρέ…», αλλά απότομα του κόπηκε η φωνή!
Γυρίζοντας προς τον στρατιώτη πάγωσε. Και δεν πάγωσε διότι είδε το παιδί εκείνο αλαφιασμένο να κτυπά με μια κοτρώνα τη θαλάμη, ενός τρισάθλιου όπλου άχρηστου, για να βγει ο κάλυκας. Πάγωσε γιατί στο μεταξύ τα δυο κατάμαυρα έντρομα μάτια του παιδιού εκείνου (ήταν δεν ήταν 17 χρονών), κάρφωναν το βλέμμα στα δικά-του. Το βλέμμα εκείνο διαπέρασε τον έφεδρο αξιωματικό σαν Ερινύα.
Η απορία που διαγραφόταν σ’ εκείνη τη ματιά ήταν συγκλονιστική: «Κύριε Ανθυπολοχαγέ. Η πατρίδα με έστειλε εδώ να αναμετρηθώ με το θάνατο! Αλλά αντί για όπλο να παλέψω, μου φόρτωσε αυτό το άχρηστο Μαρτίνι, που στα χέρια-μου μοιάζει με πιο άχρηστη μαγκούρα πια παρά με όπλο.Βλέπεις δεν σε ρωτώ ποιος τον έφερε τον Τούρκο. Σε ρωτώ γιατί τώρα που ήλθε, δεν έχω εγώ ένα όπλο να τον πολεμήσω. Κι ας σκοτωθώ, αντρίκεια όμως. Παρά κάθομαι εδώ και τον περιμένω να με σφάξει. Γιατί μου δίνει η πατρίδα τέτοια ταπείνωση; Αυτό μόνο σε ρωτώ κύριε Ανθυπολοχαγέ»!
Και ήταν συγκλονιστικό το ερώτημα, διότι ό έφεδρος αξιωματικός το γνώριζε πως την ώρα της μάχης, πατρίδα για το παιδί εκείνο ήταν αυτός, ο πιο κοντινός-του αξιωματικός! Και απάντηση δεν είχε…
Χρόνια πέρασαν, κι ο έφεδρος αξιωματικός αναζητούσε απάντηση στο ερώτημα του παιδιού εκείνου. Αλλά η πατρίδα δεν ήταν πουθενά για να απαντήσει. Ολοένα χανόταν κάπου κρυμμένη, ίσως πίσω από τον Γεωργίτση, ή τον Αραπάκη, ή τον Μπονάνο, ή τον Ιωαννίδη. Ή και πιο πίσω ακόμη, πίσω από τον Καραμανλή και τον Μακάριο. Αυτοί όμως μιλούσαν μόνο για κερκόπορτες…
* * *
Τριάντα επτά χρόνια μετά, στις 11 του Ιούλιου μήνα χαράματα, η πατρίδα έστειλε δυο δίδυμα παιδιά να την υπηρετήσουν σε μια ναυτική βάση, και να την υπερασπιστούν δίνοντας στην ανάγκη και την ίδια τη ζωή-τους. Και τα παιδιά δεν αρνήθηκαν να δώσουν για την πατρίδα τη ζωή-τους. Αλλά αυτή η πατρίδα δεν αρκέστηκε να πάρει μόνο τη ζωή, παρά με ασέβεια πήρε και τα άγια σώματά-τους και σκυλεύοντάς-τα τα σκόρπισε σαν ανθρώπινα μέλη σε κομμάτια στους γύρω λόφους!
Την άλλη μέρα δημοσίευσαν οι εφημερίδες τις φωτογραφίες των δυο παιδιών. Αλλά στα μελαγχολικά χαμόγελά-τους, διαγραφότανε ξανά το ερώτημα, το ίδιο μ’ εκείνο του παιδιού τότε στο Συγχαρί. «Η πατρίδα μάς έστειλε σε μια ναυτική βάση για να την υπερασπισθούμε. Αλλά αντί για όπλο και μάχες με εχθρούς και αναμέτρησή μας με τον θάνατο, μας έδωσε κάνουλες στο χέρι, ταπεινωτικά να καταβρέχομε τον ίδιο τον θάνατο, αυτόν που έκρυβαν μέσα-τους τα κοντέινερ των «φίλων της». Κι εκείνος ταπείνωσε μετά κι εμάς αλλά και τα σώματά-μας. Τι λοιπόν για το ταπεινωτικό κομμάτιασμα μας απαντάει η πατρίδα;»
Αλλά ποια «πατρίδα» να απαντήσει; Αυτή που πάλι χάνεται, κρυμμένη πίσω από Προέδρους και Εισαγγελείς, Μάρκους, και Παπακώστες, και πιο μακριά, πίσω από Άσσαντ και Μακλούφ… Ή και πιο μακριά ακόμα,
πίσω από την μονομελή «επιτροπή Πολυβίου». Την ετυμηγορία του οποίου αναμένει λέει εναγωνίως ο κύριος Χριστόφιας! Να την κάνει τι;
Για την καθηλωτική απορία στο χαμόγελο εκείνο των διδύμων; Τι μπορεί να του πει γι’ αυτήν ο Πολυβίου…
* O Χάρης Φεραίος είναι Διδάκτωρ του ΕΜΠ και μέλος του Παγκυπρίου Συνδέσμου Εφέδρων Πυροβολικού