Ο ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ της ΤΟΥΡΔΥΚ το 1963, ο Νιχάτ Ιλχάν, ήταν ο πατέρας που, καθώς έπαθε αμόκ, σκότωσε τη σύζυγό του και τα τρία παιδιά του, στο σπίτι όπου διέμεναν στο κέντρο της τουρκικής συνοικία της Λευκωσίας.
Ο Ντενκτάς και η ΤΜΤ τα τοποθέτησαν στην μπανιέρα, διέταξαν τη φωτογράφησή τους και διέδιδαν επί δεκαετίες ότι τα έσφαξαν οι Έλληνες Κύπριοι, που «υπό την ηγεσία του αιμοσταγούς Μακαρίου σχεδίαζαν τη γενοκτονία των Τουρκοκυπρίων». Τα καθέκαστα τα ομολόγησε στον δημοσιογράφο Κώστα Γενάρη (και τα έγραψε στο βιβλίο του «Εξ Ανατολών» σελ. 16-18) ο Τούρκος φωτορεπόρτερ Αχμέντ Μπαράν, τον οποίο οι Τούρκοι στρατιωτικοί είχαν διατάξει να φωτογραφήσει τα θύματα στην μπανιέρα, στο σπίτι όπου ποτέ δεν πλησίασε κανένα τμήμα Ελληνοκυπρίων το 1963-64.
ΤΟ ΦΟΒΕΡΟ της στημένης «απόδειξης βαρβαρότητας» και ο τρόπος που επί δεκαετίες αξιοποιήθηκε από την προπαγάνδα, επαλήθευε εκείνο που από την αιματηρή νύκτα της 26/1/58 είπε ο αρχιδολοφόνος Ντενκτάς στον, τότε υφιστάμενό του στην ΤΜΤ και μετέπειτα αντιντενκτασικό αρθρογράφο, Αρίφ Χασάν Ταχσίν: «Οι νεκροί αυτοί μας είναι χρήσιμοι. Με αυτούς θα ακουστεί η φωνή μας στον κόσμο». Την αιμοβόρα αντίληψη Ντενκτάς πλήρωσαν, έκτοτε, με τη ζωή τους πλήθος ανθρώπων.
ΑΠΟ το Νοέμβριο 2002, που άρχισε η αγγλο-αμερικανική επιχείρηση επιβολής του Σχεδίου Ανάν, κάποιοι στρατευθέντες «θυμήθηκαν» και ανέλαβαν μια παρόμοια, ντενκτασικής αντίληψης, επιχείρηση: Να αξιοποιήσουν τους νεκρούς, «χρήσιμους» για τις ανάγκες του ψυχολογικού πολέμου εναντίον των Ελληνοκυπρίων. Να εμπεδώσουν ότι είναι συλλογικά ένοχοι σφαγών και καταπίεσης σε βάρος των Τουρκοκυπρίων. Και, άρα, ως συλλογικά ένοχοι, θα πρέπει να «πληρώσουν το τίμημα», να υποστούν «το παλούκι-Σχέδιο Ανάν». Γι' αυτό, «αίφνης», «θυμήθηκαν», οι κ.κ. Αλ. Κωνσταντινίδης και σία (μετά από τρεις δεκαετίες που δεν έγραφαν ούτε λέξη) για τη σφαγή της Τόχνης κ.ο.κ. Και γι' αυτό αποκρύπτουν το ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, όταν βρέθηκε μπροστά σε διαπραχθείσες από αιμοσταγείς ακρότητες, το Κακουργιοδικείο της καταδίκασε 11/1/75, στην εσχάτη των ποινών τον ένοχο Γιάννη Αντωνίου Βουνιώτη. Κι ενώ ψάχνουν όσα αρχεία και «αρχεία» τους πλασάρουν Εγγλέζοι και Αμερικανοί, ακόμα και για το πώς... φταρνιζόταν ο Τάσσος το 1964, δεν πάνε μέχρι τους τόμους των εφημερίδων του ΓΤΠ, για να αναδείξουν την έμπρακτη δικαστική απαξίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας σε τέτοιου είδους εγκλήματα.
ΛΑΖΑΡΟΣ Α. ΜΑΥΡΟΣ
«ΣΗΜΕΡΙΝΗ» «EΙΡΗΣΘΩ»