Ελληνόπαιδες νέοι,
Σ' τήν στενήν γήν κλεισμένοι,
Καί τό αίμα τού Τούρκου,
πρό πολλού διψασμένοι
Ελληνόπαιδες, πλέον
Μάς φωνάζ' ή Ευρώπη
«ο δεσμός σάς ελύθη,
ο φραγμός σάς εκόπη.
Τό σπαθί, τό τουφέκι,
Την φωτιάν οπλισθήτε,
Καί πηδάτε τήν Όρθρυν,
Κ' είς τούς Τούρκους χυθήτε»
Ας ακούσ' ή Ευρώπη,
Στά βουνά τήν βροντή μάς,
Κι άς πιή πάλιν εκ νέου,
Ή Τουρκιά τήν χολήν μας.
Ή κλαγγή άς βροντήση
Τού πυρός, τού σιδήρου,
Καί τών δύο τούς ξένους,
Θεσσαλίας κ' Ηπείρου,
Άς διώξωσι φόνος,
Καί σφαγή φρικαλέα,
Καί παντού άς πετάση,
Ή λαμπρά μάς σημαία,
Είς τήν μέση τό ξίφος,
Τό τουφέκι σ' τόν ώμον,
Καί τού Πλάστου τό χέρι,
Μάς ανοίγει τόν δρόμον.
Δέν φοβείται ό Έλλην
Τούς στρατούς καί τούς στόλους,
Εμπρός όλοι σ' τά όπλα,
Κι άς φανώμεν είς όλους,
Ότι είμεθα τέκνα
Τών σεπτών μάς προγόνων,
Στερημένοι τήν ρώμην
Τών αρχαίων μάς χρόνων.
Στερημένοι τόν πλούτον
Τών αιώνων εκείνων,
Αλλά σώζοντ' ακόμα
Μυριάδες Ελλήνων,
Κ' έχουν όλοι τό βλέμμα,
Είς τήν γήν εσπαρμένοι,
Όπου είναι τού έθνους
Ή λαμπάς αναμμένη.
Καί προσμένουν μέ ζέσιν
Τόν χρυσόν τούς νά χύσουν
Καί τό αίμα, τήν λάμψιν
Τής λαμπάδος ν' αυξήσουν.
Καί μητέρα τών όλοι
Τήν καλούν μ' ένα στόμα.
Έν τώ μέσω τών άλλων
Είναι βρέφος ακόμα,
Σκύμνος λέοντος θραύσας
Πρό μικρού τάς αλύσεις,
Άλλ' ανδρεία νά είναι
Τήν επρόσταξ' ή φύσις.
Πλούτη, δόξα καί αίμα,
Όλ' άς γείνωσι θύμα
Είς τήν πρώτην τής πάλην,
Είς τό πρώτον τής βήμα
Κουμουνδούρε, σύ, όστις
Μάς αδίκησας τόσον,
Όταν ήτον ή Πλεύνα
Είς τάς χείρας τών Ρώσσων,
Τότε, όταν τού δόλου,
Τό ποτόν εποτίσθης
Τότε όταν είς κούφιαις
Υποσχέσεις επείσθης,
Κ' ενώ ήσαν σ' τά όπλα
Θεσσαλοί κ' Ηπειρώται.
Ό Εβραίος μ' ελπίδας
Σέ εμέθυσε τότε.
Καί πεσών είς το σκότος
Τό βαθύ τής απάτης,
Δυνατά τών ετοίμων
Τάς ηνίας εκράτεις
Τάς απάτας τών ξένων
Αφού τώρα γνωρίζης
Είς τό ξίφος μάς πλέον
Σταθερώς νά ελπίζεις
Βασίλης Μιχαηλίδης
« Ασθενής Λύρα »
Εν Λεμησσώ, 1880 Δεκέμβριος